Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sculpting
01
γλυπτική
the art of creating three-dimensional forms or figures by carving and shaping materials such as clay, stone, or metal
Παραδείγματα
She spends her weekends practicing sculpting in her home studio.
Περνά τα Σαββατοκύριακά της ασκούμενη στη γλυπτική στο στούντιο του σπιτιού της.
Λεξικό Δέντρο
sculpting
sculpt



























