sculpting
Pronunciation
/ˈskəɫptɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "sculpting"στα αγγλικά

01

γλυπτική

the art of creating three-dimensional forms or figures by carving and shaping materials such as clay, stone, or metal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She spends her weekends practicing sculpting in her home studio.
Περνά τα Σαββατοκύριακά της ασκούμενη στη γλυπτική στο στούντιο του σπιτιού της.

Λεξικό Δέντρο

sculpting
sculpt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store