Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scuba
01
σκούμπα, αυτόνομη υποβρύχια συσκευή αναπνοής
a device (trade name Aqua-Lung) that lets divers breathe under water; scuba is an acronym for self-contained underwater breathing apparatus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scubas



























