scruff
scruff
skrʌf
skraf
scuff

Ορισμός και σημασία του "scruff"στα αγγλικά

01

σβέρκος, πίσω μέρος του λαιμού

the back side of the neck 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scruffs
02

ατημέλητος, απεριποίητος

a person who appears messy or untidy 
Dialectbritish flagBritish
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He showed up to the party looking like a scruff in wrinkled clothes. 

Εμφανίστηκε στο πάρτι μοιάζοντας με ατημέλητο με τσαλακωμένα ρούχα.

Λεξικό Δέντρο

scruffy
scruff
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store