Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scribble
01
κακογράφω, ζωγραφίζω απερίσκεπτα
to write or draw something in an aimless or careless way
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scribble
γ΄ ενικό πρόσωπο
scribbles
ενεστώτα μετοχή
scribbling
απλός αόριστος
scribbled
παθητική μετοχή
scribbled
Παραδείγματα
Unable to focus on the task at hand, he picked up a pen and began to scribble aimlessly on a piece of scrap paper.
Αδυνατώντας να συγκεντρωθεί στην εργασία που είχε μπροστά του, πήρε ένα στυλό και άρχισε να καταγράφει ασκοπα σε ένα κομμάτι χαρτί.
02
μαρκαρίζω, γράφω βιαστικά
to write hastily or carelessly without giving attention to legibility or form
Transitive: to scribble sth
Παραδείγματα
In the rush to take notes, he would occasionally scribble the key points, making it challenging to decipher later.
Στη βιασύνη να κρατά σημειώσεις, μερικές φορές κακογράφητε τα κύρια σημεία, κάνοντας δύσκολη την αποκρυπτογράφηση αργότερα.
Scribble
01
κακογραφία, ασκόπιο σχέδιο
an aimless drawing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scribbles
02
κακογραφία, χαρακώματα
poor handwriting
Λεξικό Δέντρο
scribbler
scribble



























