bay leaf
bay
beɪ
μπει
leaf
li:f
λιφ

Ορισμός και σημασία του "bay leaf"στα αγγλικά

01

φύλλο δάφνης, δάφνη

the scented dried leaves of the bay tree, used in cooking 
bay leaf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bay leaves
Παραδείγματα
As the chef prepared a hearty beef stew, he included a few bay leaves to lend a unique character to the dish. 

Καθώς ο σεφ ετοίμαζε ένα χορταστικό βραστό μοσχαρίσιο, συμπεριέλαβε μερικά δαφνόφυλλα για να δώσει μια μοναδική χαρακτήρα στο πιάτο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store