Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scoop out
01
βγάζω με κουτάλι, ξεκοιλιάζω
to remove something from a container or surface using a spoon or similar tool
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
scoop
ενεστώτας
scoop out
γ΄ ενικό πρόσωπο
scoops out
ενεστώτα μετοχή
scooping out
απλός αόριστος
scooped out
παθητική μετοχή
scooped out
Παραδείγματα
She scooped out the avocado and mashed it for the salad.
Αυτή έβγαλε το αβοκάντο και το έλιωσε για τη σαλάτα.
02
αδειάζω, βγάζω
take out or up with or as if with a scoop



























