sclera
scle
ˈsklɪə
sklie
ra

Ορισμός και σημασία του "sclera"στα αγγλικά

01

σκλήρα, σκληρός χιτώνας

the tough, outer layer of the eye that helps protect and maintain the shape of the eyeball 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sclerae
Παραδείγματα
The doctor examined the patient's sclera for any signs of jaundice or inflammation. 

Ο γιατρός εξέτασε τον σκληρό χιτώνα του ασθενούς για τυχόν σημάδια ίκτερου ή φλεγμονής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store