scintillant
Pronunciation
/sˈɪntɪlənt/

Ορισμός και σημασία του "scintillant"στα αγγλικά

scintillant
01

λαμπερός, αστραφτερός

sparkling or twinkling, often in a lively or bright manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scintillant
συγκριτικός βαθμός
more scintillant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scintillant fireflies illuminated the garden, creating a magical evening ambiance.
Οι αστραφτεροί πυγολαμπίδες φώτισαν τον κήπο, δημιουργώντας μια μαγική βραδινή ατμόσφαιρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store