Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schooner
01
σκούνα, μπριγκ
sailing vessel used in former times
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schooners
02
ποτήρι μπύρας, κρατήρας μπύρας
a tall, stemmed glassware used for serving beer, designed to enhance the beer's aroma and flavor



























