Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to schvitz
01
ιδρώνω, εφίδρω
(New York) to sweat
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
schvitz
γ΄ ενικό πρόσωπο
schvitzes
ενεστώτα μετοχή
schvitzing
απλός αόριστος
schvitzed
παθητική μετοχή
schvitzed
Παραδείγματα
Man, I was mad schvitzing on the walk over here, it's so hot out there!
Φίλε, ίδρωνα πολύ ενώ περπατούσα ως εδώ, κάνει τόση ζέστη έξω!



























