Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to schvitz
01
ιδρώνω, εφίδρω
(New York) to sweat
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
schvitz
γ΄ ενικό πρόσωπο
schvitzes
ενεστώτα μετοχή
schvitzing
απλός αόριστος
schvitzed
παθητική μετοχή
schvitzed
Παραδείγματα
They were schvitzing under the summer sun at the festival.
Ήταν schvitzing κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο στο φεστιβάλ.



























