schoolyard
school
skul
σκουλ
yard
jɑ:d
γαντ

Ορισμός και σημασία του "schoolyard"στα αγγλικά

01

σχολική αυλή, παιδική χαρά

an outdoor area within a school's premises where students can gather, play, and socialize during breaks or recess 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
schoolyards
Παραδείγματα
Children ran around the schoolyard, playing tag and kicking a soccer ball. 

Τα παιδιά έτρεχαν γύρω από την σχολική αυλή, παίζοντας κυνηγητό και κλωτσώντας μια μπάλα ποδοσφαίρου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

schoolyard

school

+

yard

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store