schoolmistress
Pronunciation
/skˈuːlmɪstɹəs/
mistress

Ορισμός και σημασία του "schoolmistress"στα αγγλικά

Schoolmistress
01

δασκάλα, καθηγήτρια

a female teacher, typically in charge of a classroom or small school
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schoolmistresses
Παραδείγματα
The schoolmistress communicated regularly with parents to discuss their children's progress and address any concerns.
Η δάσκαλος επικοινωνούσε τακτικά με τους γονείς για να συζητήσει την πρόοδο των παιδιών τους και να αντιμετωπίσει τυχόν ανησυχίες.

Λεξικό Δέντρο

schoolmistress

school

+

mistress

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store