Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schoolmistress
01
δασκάλα, καθηγήτρια
a female teacher, typically in charge of a classroom or small school
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
schoolmistresses
αρσενικό ενικό
schoolmaster
θηλυκό ενικό
schoolmistress
neutral form
teacher
Παραδείγματα
The schoolmistress taught multiple subjects to her students in the one-room schoolhouse.
Η δασκάλα δίδασκε πολλά μαθήματα στους μαθητές της στο σχολείο ενός δωματίου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
schoolmistress
school
mistress



























