Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
School
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schools
Παραδείγματα
We study different subjects like math, science, and English at school.
Μαθαίνουμε διάφορα μαθήματα όπως μαθηματικά, επιστήμες και αγγλικά στο σχολείο.
02
σχολείο, αγέλη
a large number of fish or sea mammals that swim together
Παραδείγματα
A school of dolphins playfully leapt from the water near the boat.
Ένα κοπάδι δελφίνια πήδηξε παιχνιδιάρικα από το νερό κοντά στη βάρκα.
03
σχολή, κίνημα
a group of artists who share similar beliefs, styles or ideas in their work
04
σχολείο
a building where young people receive education
05
εκπαίδευση, σχολική εκπαίδευση
the process of being formally educated at a school
06
σχολική χρονιά, περίοδος σχολείου
the period of instruction in a school; the time period when school is in session
07
σχολείο, εκπαιδευτικό ίδρυμα
an educational institution's faculty and students
Παραδείγματα
The school of arts and humanities provides courses in literature, history, and philosophy.
Η σχολή τεχνών και ανθρωπιστικών επιστημών προσφέρει μαθήματα σε λογοτεχνία, ιστορία και φιλοσοφία.
to school
01
διδάσκω, εκπαιδεύω
to teach someone a specific subject, skill, or area of knowledge
Transitive: to school sb on a subject | to school sb in a subject
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
school
γ΄ ενικό πρόσωπο
schools
ενεστώτα μετοχή
schooling
απλός αόριστος
schooled
παθητική μετοχή
schooled
Παραδείγματα
Next week, the expert will school the conference attendees on innovative business strategies.
Την επόμενη εβδομάδα, ο ειδικός θα διδάξει τους συμμετέχοντες στη διάσκεψη για καινοτόμες επιχειρηματικές στρατηγικές.
02
σχηματίζουν σχολεία
(of fish and sea mammals) to form a large group and to feed or move in it
Intransitive
Παραδείγματα
Sardines school tightly together, forming massive bait balls.
Οι σαλπάριες σχηματίζουν πυκνά σχολεία, δημιουργώντας τεράστιες μπάλες δολώματος.
Λεξικό Δέντρο
preschool
school



























