Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scholastic
01
σχολικός, ακαδημαϊκός
associated with schools, education, or the academic environment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
education, academics, institutions
Παραδείγματα
Her scholastic interests include mathematics and literature.
Τα σχολικά ενδιαφέροντά της περιλαμβάνουν τα μαθηματικά και τη λογοτεχνία.
02
σχολαστικός
of or relating to the philosophical doctrine of scholasticism
Scholastic
01
σχολαστικός, βιβλιοφάγος
a person who pays more attention to formal rules and book learning than they merit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scholastics
02
ένας σχολαστικός φιλόσοφος, ένας σχολαστικός θεολόγος
a Scholastic philosopher or theologian
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
scholastic
scholast



























