schizoid
Pronunciation
/skˈɪtsɔɪd/

Ορισμός και σημασία του "schizoid"στα αγγλικά

01

σχιζοειδής, σχιζοειδής προσωπικότητα

a personality disorder marked by emotional detachment and a preference for solitude
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schizoids
Παραδείγματα
Laura 's independence and preference for solitude align with the features of schizoid.
Η ανεξαρτησία της Λώρα και η προτίμησή της για τη μοναξιά ευθυγραμμίζονται με τα χαρακτηριστικά του σχιζοειδούς.
01

σχιζοειδής, σχετικός με τη σχιζοφρένεια

of or relating to or characteristic of schizophrenia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

σχιζοειδής

marked by withdrawal and inability to form close relationships
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store