Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schizoid
01
σχιζοειδής, σχιζοειδής προσωπικότητα
a personality disorder marked by emotional detachment and a preference for solitude
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schizoids
Παραδείγματα
Laura 's independence and preference for solitude align with the features of schizoid.
Η ανεξαρτησία της Λώρα και η προτίμησή της για τη μοναξιά ευθυγραμμίζονται με τα χαρακτηριστικά του σχιζοειδούς.
schizoid
01
σχιζοειδής, σχετικός με τη σχιζοφρένεια
of or relating to or characteristic of schizophrenia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
σχιζοειδής
marked by withdrawal and inability to form close relationships



























