Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schlepper
01
αδέξιο και ηλίθιο άτομο, αδέξιος
(Yiddish) an awkward and stupid person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schleppers
Λεξικό Δέντρο
schlepper
schlep



























