Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to schedule
01
προγραμματίζω, κανονίζω
to set a specific time to do something or make an event happen
Transitive: to schedule an event or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
schedule
γ΄ ενικό πρόσωπο
schedules
ενεστώτα μετοχή
scheduling
απλός αόριστος
scheduled
παθητική μετοχή
scheduled
Παραδείγματα
He scheduled his doctor's appointment for next week.
Προγραμματίστηκε το ραντεβού του με τον γιατρό για την επόμενη εβδομάδα.
02
προγραμματίζω, σχεδιάζω
to organize or plan for someone or something to carry out a specific task or activity at a set time
Ditransitive: to schedule sb to do sth
Παραδείγματα
She scheduled her team to present the report during the morning session.
Προγραμμάτισε την ομάδα της να παρουσιάσει την αναφορά κατά τη διάρκεια της πρωινής συνεδρίας.
Schedule
01
πρόγραμμα, χρονοδιάγραμμα
a plan or timetable outlining the sequence of events or activities
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schedules
Παραδείγματα
She checked her schedule to see when her next meeting was.
Ελέγξα το πρόγραμμά της για να δει πότε ήταν η επόμενη συνάντησή της.
02
πρόγραμμα
a list or chart that shows the times at which trains, buses, planes, etc. leave and arrive
Dialect
American
Παραδείγματα
She checked the train schedule to plan her commute to work.
Ελέγξτε το πρόγραμμα των τρένων για να προγραμματίσει τη μετακίνησή της στη δουλειά.
03
πρόγραμμα εκπομπών, προγραμματισμός
a timetable listing radio or television programs along with their designated start times on a particular network
Παραδείγματα
The TV guide shows the network's evening schedule.
Ο τηλεοπτικός οδηγός δείχνει το πρόγραμμα του δικτύου για το βράδυ.
Λεξικό Δέντρο
reschedule
scheduled
scheduler
schedule



























