scapegoat
scape
ˈskeɪp
skeip
goat
gəʊt
gewt

Ορισμός και σημασία του "scapegoat"στα αγγλικά

01

αποδιοπομπαίος τράγος, καταδικασμένος

a person who suffers the consequences of others people's wrongdoings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scapegoats

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store