Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scapegoat
01
αποδιοπομπαίος τράγος, καταδικασμένος
a person who suffers the consequences of others people's wrongdoings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scapegoats
LanGeek



























