scalpel
Pronunciation
/ˈskæɫpəɫ/

Ορισμός και σημασία του "scalpel"στα αγγλικά

01

σκαλπήλι, χειρουργικό μαχαίρι

a small thin-bladed surgical knife particularly used in surgery
scalpel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scalpels
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store