Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scalpel
01
σκαλπήλι, χειρουργικό μαχαίρι
a small thin-bladed surgical knife particularly used in surgery
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scalpels



























