Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scale up
[phrase form: scale]
01
αυξάνω, επεκτείνω
to cause an increase in the amount, size, or significance of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
scale
ενεστώτας
scale up
γ΄ ενικό πρόσωπο
scales up
ενεστώτα μετοχή
scaling up
απλός αόριστος
scaled up
παθητική μετοχή
scaled up
Παραδείγματα
To keep up with the competition, the restaurant decided to scale up its menu offerings and renovate its dining space.
Για να συμβαδίσει με τον ανταγωνισμό, το εστιατόριο αποφάσισε να αυξήσει τις προσφορές του μενού και να ανακαινίσει τον χώρο του εστιατορίου.
02
αυξάνω την ικανότητα, επεκτείνω τις εργασίες
(of a system, factory, etc.) to expand operations to handle more demand
Παραδείγματα
With the success of their initial product, the startup began to scale up to enter new markets.
Με την επιτυχία του αρχικού τους προϊόντος, η startup άρχισε να μεγαλώνει σε κλίμακα για να εισέλθει σε νέες αγορές.



























