Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scale up
01
αυξάνω, επεκτείνω
to cause an increase in the amount, size, or significance of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
scale
ενεστώτας
scale up
γ΄ ενικό πρόσωπο
scales up
ενεστώτα μετοχή
scaling up
απλός αόριστος
scaled up
παθητική μετοχή
scaled up
Παραδείγματα
The government announced initiatives to scale up renewable energy sources to reduce carbon emissions.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε πρωτοβουλίες για την αύξηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
02
αυξάνω την ικανότητα, επεκτείνω τις εργασίες
(of a system, factory, etc.) to expand operations to handle more demand
Παραδείγματα
By utilizing cloud computing services, businesses can start with minimal infrastructure costs and scale up gradually as their data storage needs increase.
Χρησιμοποιώντας υπηρεσίες cloud computing, οι επιχειρήσεις μπορούν να ξεκινήσουν με ελάχιστο κόστος υποδομής και να αυξήσουν σταδιακά καθώς αυξάνονται οι ανάγκες αποθήκευσης δεδομένων τους.



























