scalable
sca
ˈskeɪ
skei
lable
ləbl
lēbl
salable

Ορισμός και σημασία του "scalable"στα αγγλικά

01

επεκτάσιμος, προσαρμόσιμος

capable of being expanded or adjusted to accommodate growth or changes in demand 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scalable
συγκριτικός βαθμός
more scalable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scalable software system can handle a larger number of users as the company grows. 

Το κλιμακούμενο λογισμικό σύστημα μπορεί να χειριστεί μεγαλύτερο αριθμό χρηστών καθώς η εταιρεία μεγαλώνει.

Λεξικό Δέντρο

scalability
unscalable
scalable
scale
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store