saxophone
sax
ˈsæk
σαικ
o
σα
phone
fəʊn
φεουν
sax

Ορισμός και σημασία του "saxophone"στα αγγλικά

01

σαξόφωνο

a curved metal wind instrument that is played by blowing into it while pressing its buttons 
saxophone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
saxophones
Παραδείγματα
He played a soulful jazz solo on the saxophone during the concert. 

Έπαιξε ένα συναισθηματικό τζαζ σόλο στο σαξόφωνο κατά τη διάρκεια της συναυλίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

saxophonist
saxophone
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store