Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sassy
01
θρασύς, αναιδής
talking or behaving in a way that is rude, disrespectful, or too confident
Παραδείγματα
Despite her sassy exterior, she harbored insecurities that she kept hidden from others.
Παρά το θρασύ εξωτερικό της, κρύβει ανασφάλειες που κρατούσε κρυφές από τους άλλους.
02
θρασύς, αναιδής
bold, lively, and confident in speaking or behaving
Παραδείγματα
The sassy character in the movie stole the show with her sharp wit and fearless demeanor.
Ο θρασύς χαρακτήρας στην ταινία κλέβει την παράσταση με την κοφτερή του ευστροφία και την ατρόμητη συμπεριφορά του.
Λεξικό Δέντρο
sassy
sass



























