sartor
Pronunciation
/ˈsɑɹtɝ/

Ορισμός και σημασία του "sartor"στα αγγλικά

01

ράφτης, μοδιστός

a person whose occupation is making and altering garments
sartor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sartors

Λεξικό Δέντρο

sartorial
sartor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store