Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sashiko
01
sashiko, παραδοσιακή ιαπωνική τεχνική κέντησης
a traditional Japanese embroidery technique that involves using a running stitch to create decorative patterns and designs on fabric
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sashikos



























