sapid
sa
ˈsæ
σαι
pid
pɪd
πιντ
/sˈapɪd/

Ορισμός και σημασία του "sapid"στα αγγλικά

01

γευστικός, νόστιμος

having a pleasant taste or flavor
Παραδείγματα
The artisanal chocolates offered a sapid experience, with each bite revealing new and indulgent flavors.
Οι χειροποίητες σοκολάτες προσέφεραν μια γευστική εμπειρία, με κάθε δαγκωνιά να αποκαλύπτει νέες και πολυτελείς γεύσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store