Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sap
01
εξαντλώ, αποδυναμώνω
to gradually drain or deplete someone's power or strength
Transitive: to sap power or strength
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sap
γ΄ ενικό πρόσωπο
saps
ενεστώτα μετοχή
sapping
απλός αόριστος
sapped
παθητική μετοχή
sapped
Παραδείγματα
Constant stress can sap one's mental resilience.
Το συνεχές άγχος μπορεί να καθυστερήσει την ψυχική ανθεκτικότητα ενός ατόμου.
02
υπονομεύω, αποδυναμώνω
to undermine or hollow out the ground beneath something
Transitive: to sap the ground
Παραδείγματα
The constant flow of water had sapped the ground beneath the foundation, causing the building to tilt.
Η συνεχής ροή του νερού είχε υπονομεύσει το έδαφος κάτω από το θεμέλιο, προκαλώντας την κλίση του κτιρίου.
Sap
01
αφελής, απλοϊκός
a gullible or easily fooled person
Dialect
American
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He lost all his money in that scam because he's such a sap.
Έχασε όλα τα χρήματά του σε αυτή την απάτη επειδή είναι ένας αφελής.
02
γκλομπ, ραβδί
a piece of metal covered by leather with a flexible handle; used for hitting people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
saps
03
χυμός, λατέξ
a liquid containing nutrients that flows through a plant
Παραδείγματα
The maple tree produces sweet sap.
Το δέντρο σφενδάμου παράγει γλυκό χυμό.
Λεξικό Δέντρο
sapper
sap



























