sanitation
Pronunciation
/ˌsænəˈteɪʃən/, /ˌsænɪˈteɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "sanitation"στα αγγλικά

01

υγιεινή, δημόσια υγιεινή

the condition or practice of maintaining clean and healthy environments, especially in public places, to prevent the spread of disease
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Sanitation in the community includes waste management and sewage treatment.
Ο υγειονομικός εξοπλισμός στην κοινότητα περιλαμβάνει τη διαχείριση αποβλήτων και τη επεξεργασία λυμάτων.
02

υγιεινή, καθαριότητα

the state of being clean and conducive to health
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store