Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sanitary
01
υγιεινός, καθαρός
clean and free from germs or contaminants
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sanitary
συγκριτικός βαθμός
more sanitary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The food packaging was sealed and labeled to ensure sanitary conditions during transportation.
Η συσκευασία τροφίμων σφραγίστηκε και επισημάνθηκε για να διασφαλιστούν υγιεινές συνθήκες κατά τη μεταφορά.
Λεξικό Δέντρο
insanitary
sanitariness
unsanitary
sanitary
sanity
sane



























