Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sanguine
01
βαθύ κόκκινο, αιματόχροο
a deep, blood‑red color
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sanguines
Παραδείγματα
The sunset bathed the sky in a rich sanguine.
Το ηλιοβασίλεμα λούστηκε τον ουρανό με ένα πλούσιο αιματηρό χρώμα.
sanguine
01
με υγιή κοκκινωπή απόχρωση, με ακμαίο πρόσωπο
having a healthy reddish complexion, often reflecting vitality or exposure to outdoor life
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sanguine
συγκριτικός βαθμός
more sanguine
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His sanguine face glowed after a day of hiking.
Το ερυθρό πρόσωπό του λάμπει μετά από μια μέρα πεζοπορίας.
02
αισιοδοξος, με αυτοπεποίθηση
having a confident, hopeful, and positive outlook for the future
Παραδείγματα
She remained sanguine about the project’s success despite the challenges.
Παραμένει αισιοδοξος για την επιτυχία του έργου παρά τις προκλήσεις.
Λεξικό Δέντρο
sanguineous
sanguinity
sanguine



























