sanguinary
sang
ˈsæng
sāng
ui
vi
na
ry
ri
ri
sanguinity

Ορισμός και σημασία του "sanguinary"στα αγγλικά

sanguinary
01

αιμοβόρος, σκληρός

(of a person) involved in or eager for bloodshed or violence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sanguinary
συγκριτικός βαθμός
more sanguinary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sanguinary leader ordered relentless attacks on the enemy without mercy. 

Ο αιματοβαμμένος ηγέτης διέταξε αμείλικτες επιθέσεις εναντίον του εχθρού χωρίς έλεος.

02

αιματηρός, βίαιος

involving or characterized by bloodshed and extreme violence 
Παραδείγματα
The sanguinary battle was one of the bloodiest conflicts in the region’s history. 

Η αιματηρή μάχη ήταν μια από τις πιο αιματηρές συγκρούσεις στην ιστορία της περιοχής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store