Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sanguinary
01
αιμοβόρος, σκληρός
(of a person) involved in or eager for bloodshed or violence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sanguinary
συγκριτικός βαθμός
more sanguinary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sanguinary leader ordered relentless attacks on the enemy without mercy.
Ο αιματοβαμμένος ηγέτης διέταξε αμείλικτες επιθέσεις εναντίον του εχθρού χωρίς έλεος.
02
αιματηρός, βίαιος
involving or characterized by bloodshed and extreme violence
Παραδείγματα
The sanguinary battle was one of the bloodiest conflicts in the region’s history.
Η αιματηρή μάχη ήταν μια από τις πιο αιματηρές συγκρούσεις στην ιστορία της περιοχής.



























