Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sane
01
υγιής, ισορροπημένος
mentally healthy and not affected by any mental disorder or illness
Παραδείγματα
The therapist provided coping strategies to help her stay sane during difficult times.
Ο θεραπευτής παρείχε στρατηγικές αντιμετώπισης για να τη βοηθήσει να παραμείνει υγιής διανοητικά σε δύσκολες στιγμές.
Παραδείγματα
The plan was both sane and achievable within the given timeframe.
Το σχέδιο ήταν και λογικό και εφικτό εντός του δεδομένου χρονικού πλαισίου.
Λεξικό Δέντρο
insane
sanely
saneness
sane



























