Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sanewash
01
καθαρίζω, κανονικοποιώ
to make something extreme, chaotic, or unconventional appear reasonable or acceptable
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sanewash
γ΄ ενικό πρόσωπο
sanewashes
ενεστώτα μετοχή
sanewashing
απλός αόριστος
sanewashed
παθητική μετοχή
sanewashed
Παραδείγματα
The studio tried to sanewash the movie's ridiculous plot.
Το στούντιο προσπάθησε να sanewash την γελοία πλοκή της ταινίας.
Λεξικό Δέντρο
sanewash
sane
wash



























