Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sanewash
01
καθαρίζω, κανονικοποιώ
to make something extreme, chaotic, or unconventional appear reasonable or acceptable
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sanewash
γ΄ ενικό πρόσωπο
sanewashes
ενεστώτα μετοχή
sanewashing
απλός αόριστος
sanewashed
παθητική μετοχή
sanewashed
Παραδείγματα
She sanewashed her outrageous outfit by calling it " fashion-forward. "
Αυτή σάνιουοσ το εξωφρενικό της ντύσιμο αποκαλώντας το "πρωτοποριακό στη μόδα".
Λεξικό Δέντρο
sanewash
sane
wash



























