Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sandpile
01
σωρός άμμου, άμμοκιβώτιο
a plaything consisting of a pile of sand or a box filled with sand for children to play in
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sandpiles



























