sandpaper
Pronunciation
/ˈsændˌpeɪpɝ/

Ορισμός και σημασία του "sandpaper"στα αγγλικά

01

γυαλόχαρτο, τριπτικό χαρτί

a type of paper that has sand or another rough material stuck to one side, used for making surfaces smoother or shinier
sandpaper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sandpapers
to sandpaper
01

τρίβω με γυαλόχαρτο, γυαλόχαρτο

rub with sandpaper
to sandpaper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sandpaper
γ΄ ενικό πρόσωπο
sandpapers
ενεστώτα μετοχή
sandpapering
απλός αόριστος
sandpapered
παθητική μετοχή
sandpapered

Λεξικό Δέντρο

sandpapery
sandpaper

sand

+

paper

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store