Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sandpaper
01
γυαλόχαρτο, τριπτικό χαρτί
a type of paper that has sand or another rough material stuck to one side, used for making surfaces smoother or shinier
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sandpapers
to sandpaper
01
τρίβω με γυαλόχαρτο, γυαλόχαρτο
rub with sandpaper
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sandpaper
γ΄ ενικό πρόσωπο
sandpapers
ενεστώτα μετοχή
sandpapering
απλός αόριστος
sandpapered
παθητική μετοχή
sandpapered
Λεξικό Δέντρο
sandpapery
sandpaper
sand
paper



























