Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sanatorium
01
σανατόριο, θεραπευτήριο
a hospital for recuperation or for the treatment of chronic diseases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sanatoriums
02
σανατόριο, ψυχιατρείο
pejorative terms for an insane asylum



























