to salvage
sal
ˈsæl
sāl
vage
vɪʤ
vij
savage

Ορισμός και σημασία του "salvage"στα αγγλικά

to salvage
01

διασώζω, ανακτώ

to rescue or recover something from potential harm, ruin, or destruction 
Transitive: to salvage sth
to salvage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
salvage
γ΄ ενικό πρόσωπο
salvages
ενεστώτα μετοχή
salvaging
απλός αόριστος
salvaged
παθητική μετοχή
salvaged
Παραδείγματα
Divers were able to salvage valuable items from the sunken ship. 

Οι δύτες κατάφεραν να διασώσουν πολύτιμα αντικείμενα από το βυθισμένο πλοίο.

01

διάσωση, ανάκτηση

the action of rescuing a ship, its crew, or its cargo from a shipwreck, fire, or similar disaster 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
salvages
Παραδείγματα
The crew performed a daring salvage of the stranded vessel. 

Το πλήρωμα πραγματοποίησε μια τολμηρή διάσωση του παγιδευμένου σκάφους.

02

διάσωση, προστασία

the action of preserving something from loss, destruction, or irreversible damage 
Παραδείγματα
Early intervention allowed for the salvage of damaged heart tissue. 

Η πρώιμη παρέμβαση επέτρεψε τη διασώση του κατεστραμμένου ιστού της καρδιάς.

03

διασώζοντα αγαθά, διασώση

goods, materials, or property that have been rescued from damage, loss, or destruction 
Παραδείγματα
The salvage from the sunken ship included crates of silk. 

Η διασώζουσα περιουσία από το βυθισμένο πλοίο περιλάμβανε κιβώτια μετάξι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store