Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Salve
01
βάλσαμο, αλοιφή
anything that is soothing or acts as a remedy for a wound, burn, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
salves
02
αλοιφή, βάλσαμο
any medicinal ointment that accelerates the recovery of the skin barrier or protects it
to salve
01
εφαρμόζω αλοιφή, βάζω βάλσαμο
apply a salve to, usually for the purpose of healing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
salve
γ΄ ενικό πρόσωπο
salves
ενεστώτα μετοχή
salving
απλός αόριστος
salved
παθητική μετοχή
salved
02
σώζω, διατηρώ
save from ruin, destruction, or harm



























