Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sailing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She spends her weekends sailing on the lake, enjoying the peace and tranquility of the water.
Περνά τα Σαββατοκύριακά της κάνωντας ιστιοπλοΐα στη λίμνη, απολαμβάνοντας την ειρήνη και την ηρεμία του νερού.
02
ναυσιπλοΐα, ιστιοπλοΐα
the work of a sailor
03
αναχώρηση, αποπλους
the departure of a vessel from a port
04
ιπτάμενο ανεμόπτερο, ολίσθηση
the activity of flying a glider
Λεξικό Δέντρο
sailing
sail



























