sailing
sai
ˈseɪ
sei
ling
lɪng
ling
soilingsaplingsmiling

Ορισμός και σημασία του "sailing"στα αγγλικά

01

ιστιοπλοΐα, ναυσιπλοΐα

the practice of riding a boat as a hobby 
sailing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She spends her weekends sailing on the lake, enjoying the peace and tranquility of the water. 

Περνά τα Σαββατοκύριακά της κάνωντας ιστιοπλοΐα στη λίμνη, απολαμβάνοντας την ειρήνη και την ηρεμία του νερού.

02

ναυσιπλοΐα, ιστιοπλοΐα

the work of a sailor 
03

αναχώρηση, αποπλους

the departure of a vessel from a port 
04

ιπτάμενο ανεμόπτερο, ολίσθηση

the activity of flying a glider 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store