said
said
sɛd
sed
staidsapid

Ορισμός και σημασία του "said"στα αγγλικά

01

προαναφερθείς, ειπωμένος

previously mentioned or identified in conversation or text 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
reference, communication, discourse
Παραδείγματα
The said individual was not present at the meeting. 

Το προαναφερθέν άτομο δεν ήταν παρόν στη συνάντηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unsaid
said
say
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store