Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
said
01
προαναφερθείς, ειπωμένος
previously mentioned or identified in conversation or text
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The said event was postponed due to unforeseen circumstances.
Η προαναφερθείσα εκδήλωση αναβλήθηκε λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων.
Λεξικό Δέντρο
unsaid
said
say



























