sacrum
sac
ˈseɪk
seik
rum
rəm
rēm
scrum
sacra

Ορισμός και σημασία του "sacrum"στα αγγλικά

01

ιερό οστό, οστό του ιερού

(anatomy) a large bone at the lower part of the spinal column between the two hip bones of the pelvis 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sacra

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store