Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sabotage
01
σαμποτάρω
to intentionally damage or undermine something, often for personal gain or as an act of protest or revenge
Transitive: to sabotage sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sabotage
γ΄ ενικό πρόσωπο
sabotages
ενεστώτα μετοχή
sabotaging
απλός αόριστος
sabotaged
παθητική μετοχή
sabotaged
Παραδείγματα
Sabotaging your own success by procrastination is counterproductive.
Το σαμποτάρ της δικής σας επιτυχίας με την αναβλητικότητα είναι αντιπαραγωγικό.
Sabotage
01
σαμποτάζ, πράξη σαμποτάζ
a deliberate act intended to damage, destroy, or disrupt equipment, operations, or processes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sabotages
Παραδείγματα
The company strengthened security to prevent further sabotage.
Η εταιρεία ενίσχυσε την ασφάλεια για να αποτρέψει περαιτέρω σαμποτάζ.



























