to sabotage
sa
ˈsæ
bo
tage
tɑ:ʒ
taazh

Ορισμός και σημασία του "sabotage"στα αγγλικά

to sabotage
01

σαμποτάρω

to intentionally damage or undermine something, often for personal gain or as an act of protest or revenge 
Transitive: to sabotage sth
to sabotage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sabotage
γ΄ ενικό πρόσωπο
sabotages
ενεστώτα μετοχή
sabotaging
απλός αόριστος
sabotaged
παθητική μετοχή
sabotaged
Παραδείγματα
The disgruntled employee attempted to sabotage the company's computer system. 

Ο δυσαρεστημένος εργαζόμενος προσπάθησε να σαμποτάρει το σύστημα υπολογιστών της εταιρείας.

01

σαμποτάζ, πράξη σαμποτάζ

a deliberate act intended to damage, destroy, or disrupt equipment, operations, or processes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sabotages
Παραδείγματα
The factory suffered sabotage when machinery was tampered with. 

Το εργοστάσιο υπέστη σαμποτάζ όταν τα μηχανήματα παραβιάστηκαν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store