saccharin
sacch
ˈsæk
sāk
a
ə
ē
rin
rɪn
rin
saccharine

Ορισμός και σημασία του "saccharin"στα αγγλικά

01

σακχαρίνη, τεχνητή γλυκαντική ουσία

an alternative to sugar which is artificial and used by people who want to lose weight 
saccharin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
saccharins
Παραδείγματα
He decided to use saccharin in his tea instead of sugar to reduce his calorie intake. 

Αποφάσισε να χρησιμοποιήσει σακχαρίνη στο τσάι του αντί για ζάχαρη για να μειώσει την πρόσληψη θερμίδων.

Λεξικό Δέντρο

saccharinity
saccharin
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store