rush hour
Pronunciation
/ɹˈʌʃ ˈaɪʊɹ/

Ορισμός και σημασία του "rush hour"στα αγγλικά

01

ώρα αιχμής, ώρα κίνησης

a time of day at which traffic is the heaviest because people are leaving for work or home
rush hour definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She planned her errands around rush hour to avoid getting stuck in traffic.
Προγραμμάτισε τις δουλειές της γύρω από τις ώρες αιχμής για να αποφύγει να κολλήσει στην κίνηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store