to rush along
Pronunciation
/ɹˈʌʃ ɐlˈɑːŋ/

Ορισμός και σημασία του "rush along"στα αγγλικά

to rush along
01

βιάζομαι, σπεύδω

move hurridly
to rush along definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
along
βασικό ρήμα
rush
ενεστώτας
rush along
γ΄ ενικό πρόσωπο
rushes along
ενεστώτα μετοχή
rushing along
απλός αόριστος
rushed along
παθητική μετοχή
rushed along
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store