Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rush along
01
βιάζομαι, σπεύδω
move hurridly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
along
βασικό ρήμα
rush
ενεστώτας
rush along
γ΄ ενικό πρόσωπο
rushes along
ενεστώτα μετοχή
rushing along
απλός αόριστος
rushed along
παθητική μετοχή
rushed along



























